Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009


"Σ ερωτεύτηκα με όλη τη δύναμη που έχει η καρδιά ενος ανθρώπου, ήξερα πως είσαι εσύ ο εαυτός μου, κοίταζα στα μάτια σου και έβλεπα την ψυχή μου, άγγιξες κάθε σημάδι μου απ το παρελθόν, έγινες ένα με το παρόν. Δεν υπήρχε τρόπος να σε οδηγήσω στο μέλλον μου, όμως το οτι κάποτε άγγιξα τα μάτια σου και το οτι μου έμαθες να αγαπάω τους ανθρώπους γύρω μου σαν μοναδικά πλάσματα, θα με κάνει να είμαι δίπλα σου για μια ζωή, γιατί δεν ήσουν μόνο ένα όνειρο, ακόμη υπάρχεις...."

Απόψε κάτω απ’ τα νύχια μου χώθηκαν οι σάρκες μου… Σκέψου καλά και πες μου: πώς να αλλάξω το δέρμα μου;

Θα περιμένω.

Άλλος ήμουνα. Άλλος έγινα. Άλλος είμαι. Άλλος, εγώ όμως. Το εγώ μου κυνηγάω. Το εγώ μου κλαίω. Αυτό το μικρό εγώ που έμεινε παιδί. Που παίζει ακόμη στις αλάνες και γυρνάει σπίτι με ματωμένα γόνατα. Με σκισμένη μπάλα. Κλαίει στα σκαλοπάτια για ότι θα χάσει. Για ότι θα φύγει. Κλαίει προκαταβολικά. Αλλά όχι βολικά. Το βολικό του θέματος δεν με αφορούσε ποτέ. Δεν βολεύτηκα. Δεν έκατσα να απολαύσω τίποτα. Έτρεχα. Έπεφτα. Μεγάλωσα απότομα μένοντας παιδί. Ούτε καν αγόρι. Παιδί. Και ένα παιδί όταν το χάνεις που μπορείς να το ξαναβρείς; Μπορείς; Βρίσκεται; Ο χρόνος πάντα κυνηγός μου. Πάντα τον περίμενα. Πάντα ήταν εκεί. Αλλά σε διπλανό εκεί. Λάθος ‘στάση’, το ξανάπα άλλωστε. Πονάει για μένα. Δεν το ήθελα. Δεν ήθελα τίποτα να πονέσει από μένα. Για μένα. Ούτε εγώ όμως. Δεν μου αξίζει…

Δεν προσπάθησα αρκετά, αν έλεγα, ίσως όλα τέλειωναν. Αλλά δεν. Δεν. Δεν μπορώ να το πω. Προσπάθησα. Έτσι τίποτα δεν θα τελειώσει. Απλά θα μείνει λίγο παραπέρα. Στο εκεί. Θα είναι παρόν μέσα απ’ τα μάτια μου. Στην άκρη των ματιών μου όποτε αυτά θα δακρύζουνε Η ανάσα. Η αγκαλιά. Την περίμενα αλλά όχι πια. Το λεωφορείο πέρασε. Επόμενη στάση. Επόμενος σταθμός. Γρήγορη μέτρηση της απόστασης με την αφή του μυαλού. Ο προορισμός, το είπαμε, εγώ. Θα με περιμένω; Θα είμαι εκεί; Ή θα έχω χαθεί; Άσχημο πράγμα το να αντιλαμβάνεσαι, ώρες ώρες.

Υ.Γ.
Που θα μου πάει. Συνήθισα στο ψύχος.

Είχα μια χούφτα σκόνη αστέρια στην παλάμη μου
έτσι όπως γύριζα στον ύπνο μου γλυκά,
μια κουρασμένη αγάπη, κρύα, στην αγκάλη μου
Κι εγώ που δε σε γνώριζα μα πάντα σ ‘αγαπούσα
κι εγώ που σε φοβόμουνα και στη σκιά σου ζούσα
είχα ένα ψέμα για να ζω και εκτοξευμένος στο κενό
δε μπόρεσα να θυμηθώ γιατί πονούσα,
γυμνές εικόνες, ενοχές άγριες απότομες στροφές
Κοίταξε, το σώμα τούτο στο σταυρό καρφώνεται μετεωρίζεται, σαν φρίκη στο αίμα ο χαμός απλώνεται είμαι απόγνωση, θυμός, μια καταχνιά σ' ένα γκρεμό που κρύβεσαι
ήρθα κοντά σου απ΄ τις σκιές σαν φάντασμα δίχως χαρές συντρίβομαι.

Λυπάμαι που δεν έγινα μια θάλασσα για σένα
να με κοιτάς νοσταλγικά με τα μαλλιά βρεγμένα
λυπάμαι που δεν έγινα Σαχάρα να ουρλιάζεις
κάτω από τ' άστρα από χαρά να κλαις ν' ανατριχιάζεις
λυπάμαι που δεν έγινα βράχος να ξαποστάσεις