Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009


- Θέλω να μου

χαρίσεις κάτι.

- Ότι θες.

- Ότι θέλω;

Τ' ορκίζεσαι;

- Στ΄ ορκίζομαι.

- Είναι δύσκολο.

- Δεν πειράζει.

- Είναι ακριβό.

- Δεν με νοιάζει.

- Είναι σπάνιο.

- Τόσο το καλύτερο.

- Είναι επικίνδυνο.

- Δεν φοβάμαι.

- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.

- Θα γίνω νερό να σβήσω τη φωτιά.

- Μπορεί να σου γλιστρήσει από τα χέρια και

να φύγει.

- Θα το ξαναπιάσω.

- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.

- Θα το κυνηγήσω.

- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.

- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.

- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα.

- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.

- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.

- Θα περιμένω τα χαράματα.

- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.

- Θα φέρω τ' άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.

- Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να

το πιάσεις.

- Θα ζητήσω σ' ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.

- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;

- Θα φέρω γερανό.

- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό;

- Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.

- Υπάρχει;

- Θα τον φτιάξω.

- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;

- Δεν ξέρω.

- Τότε;

- Τότε θα μάθω.

- Από πού;

- Από τα βιβλία.

- Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;

- Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.

- Κι αν έχει πεθάνει;

- Θα βρω τον άλλο γέροντα.

- Ποιόν άλλο γέροντα;

- Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.

- Όλα τα βότανα;

- Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού.

Ξέρει τι μάγια κρύβουν.

- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό;

- Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω,

να γίνω τόσο δυνατός που θα μπορέσω να το

σηκώσω το βουνό.

- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;

- Πάντα.

- Τώρα.

- Τώρα, έλα. Τι θέλεις;

- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.

- Ότι θέλεις.

- Ότι, ότι θέλω, τ' ορκίζεσαι;

- Στ' ορκίζομαι.

- Θέλω, θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.

- Να το φτιάξουμε.

- Με τι;

- Με τι θέλεις;

- Δεν ξέρω.

- Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά

καρφιά.

- Όχι, όχι δεν είναι έτσι.

- Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα,

με σταγόνες και γαργαλήματα.

Και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.

- Όχι, όχι δεν θέλω κλειδί.

- Γιατί;

- Μπορεί να το χάσω.

- Θα στο κρεμάσω στο λαιμό.

- Μπορεί να χαθώ κι εγώ.

- Θα έρθω να σε βρω.

- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις;

- Θα μπορέσω.

- Κι αν είναι σκοτάδι;

- Θ' ανάψω κερί.

- Κι αν λιώσει το κερί;

- Ως τότε θα σε έχω βρει.

- Κι αν όχι;

- Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.

- Πόσο θα ψάχνεις;

- Για πάντα.

- Τι θα πει πάντα;

- Ότι σ' αγαπώ.

- Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις;

- Μπορείς να κοιμηθείς.

- Που;

- Κάτω από τη μυρσινιά.

- Που έχει μυρσινιές;

- Παντού.

- Έχει και λιοντάρια παντού;

- Όχι.

- Που έχει λιοντάρια;

- Στη ζούγκλα.

- Είναι κοντά η ζούγκλα;

- Πολύ μακριά, στην άλλη άκρη του κόσμου.

- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;

- Ποτέ.

- Τ' ορκίζεσαι;

- Στ' ορκίζομαι.



- Ξέχασα, τι θα πει για πάντα;

- Θα πει ότι σ' αγαπώ.



- Πόσο;

- Ως τον ουρανό.

- Ναι! Ναι! Να κοιμηθώ τώρα;

- Ναι!

- Θα με πάρεις αγκαλιά;

- Ναι!

- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.

- Ότι θέλεις.

- Ότι, ότι θέλω; Τ' ορκίζεσαι;

- Ναι

"Πήρα μολύβι μυτερό.
Καλά ξυσμένο.
Σου έβαλα και μια γόμα μέσα.
Ότι δεν σου αρέσει σβήστο.
Το γράμμα μόνο να διαβάσεις.
Σαν πας στη θάλασσα ρίξε άδειο το μπουκάλι.
Θα το βρω.
Το ξέρω.
Το γράμμα σαν διαβάσεις, θα μάθεις κι εσύ.
Πρόσεξε τη γραφή .
Μη πας κατευθείαν στο τέλος.
Κάπου ανάμεσα θα βρεις το κυρίως θέμα.
Μιλά για ότι με πρόδωσε.
Όχι.
Δε μιλά για σένα..
Για τη φαντασία λέει.
Που ενώ της έδωσα την ευκαιρία να σε ονειρευτεί
Εκείνη άλλα διάλεξε.
Εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν το τέλος,
τα μάτια να ανταμώνανε,
τα χείλη να σμίγανε γύρεψα.
Έστω μόνο μια αγκαλιά.
Μα αυτή όλα μου τ΄ αρνήθηκε.
Κι ενώ όρκο μου είχε κάνει πως ότι ονειρευτώ,
θα το αγγίξω πριν βγάλω φτερά.
Στο βράχο καθισμένος την περιμένω να φανεί.
Στο βράχο περιμένω ώρες πολλές.
Το φεγγάρι αγναντεύω, μα αυτή αργεί.
Σαν ξημερώσει θα πρέπει να φύγω.
Μη δουν τα φτερά οι περαστικοί και τρομάξουν.
Τη θάλασσα εκλιπαρώ.
Αν τη συναντήσει να της δείξει,
το βράχο που την προσμένω.
Να επιστρέψει για να ονειρευτώ ξανά.
Τώρα θα της πω να μη σε κάνει άγγελο,
έρωτα φτερωτό και ξαναχαθούμε.
Θα της ζητήσω αστέρι να σε κάνει
Να σε ανταμώνω τις νύχτες.
Να πετώ κοντά σου και να λάμπω από το φως σου.
Να κοιτάνε ψηλά οι άνθρωποι και να λένε
κάθε φορά που θα έρχεσαι στην αγκαλιά μου:
«Κοίτα! Ένα άστρο πέφτει... Κάνε μια ευχή!»
Γι άυτό και ΄γω με μολύβι γράφω.
Για να αλλάξεις το τέλος.
Να γράψεις την ευχή σου.
Ευχήσου να έρθει η φαντασία να με βρει.
Απόψε...Πριν ξημερώσει..."

Είναι κάτι νύχτες, που τα αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγο τραγουδούν. Ακόμα και οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της. "Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;" Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα. Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς. Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.