Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Η αγάπη είναι στο κουκούτσι.

Κι εσύ βρίσκεσαι στη φλούδα.

Η αγάπη είναι στο κουκούτσι.

Η φλούδα είναι πόρνη.

Είναι η οργή η άτιμη...

Η πατικωμένη οργή που όταν βρει μέρος αχαμνό κι αρχίσει να πετιέται, αν δεν τα κάνει όλα λίμπα, δε χορταίνει. Κι άντε να βρεις μετά κουράγιο να μαζεύεις τα γυαλιά. Άντε να βρεις καρδιά για το συγύρισμα. Και τι συγύρισμα να κάμεις μ' αυτά που απόμειναν;

Που να βάλεις τα ρημάδια τα λουλούδια , που στέκεις σαν ηλίθιος και κρατάς;

Αφού το 'καμες θρύψαλα το ανθόγυαλο...

"Θα μ'αγαπάς πάντα;

" Αχ, αυτό το "πάντα" στα χείλη των ανθρώπων!

Τ' ακούν οι Αγγέλοι και παίζουν φυσαρμόνικα.

Κι ύστερα, μόλις τελειώσει το τραγούδι, τρέχουν και κρύβονται, μην τους μαλώσει ο Θεός.

Λες και σε προειδοποιεί ποτέ το κακό. Λες και σου κάνει νόημα η κακιά ώρα. Σιγά μη σου φωνάζει: "Έι, ψιτ! Ψιτ! Κοίτααα! Σου 'ρχομαι..."

Έτσι είναι αυτά τα χτυπήματα.

Γίνονται πισώπλατα.

Την ώρα που είσαι ανοχύρωτος.

Την ώρα που έχεις χαλαρώσει κι απολαμβάνεις το άρωμα της βροχής.

Έτσι είναι...

Την άνοιξη μπορεί να τη σκοτώσει ξαφνικά, μπροστά στα μάτια σου, ένα χελιδόνι.

Κάποιο το ξέρουνε αυτό, πολύ καλά.

Είν' αυτές οι άσχετες σκέψεις που βάζει μπροστά σου σαν ανάχωμα το μυαλό, για να σε κρατά λίγο πιο πέρα από την κραυγή.

Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός.

Δεν είχαν το απαιτούμενο φως για να το διαβάσουν.
Και τ' άφησαν διπλωμένο να κιτρινίζει σε ένα κρυφό συρταράκι της ψυχής τους.
Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει.
Και σαστίζουν.

Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει, ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν, όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.
Είναι μερικοί άνθρωποι που πίστεψαν αλήθεια πως ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους.
Χαρά σ' αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι.
Αν το 'σκισαν μετά, αν το 'καψαν, το έκαναν μόνο και μόνο για το κέφι τους. Για να κλείσουν μάτι στο Θεό.
Χαρά σ' αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της.
Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος, το 'καναν μόνο και μόνο για να 'χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν...