
Άλλος ήμουνα. Άλλος έγινα. Άλλος είμαι. Άλλος, εγώ όμως. Το εγώ μου κυνηγάω. Το εγώ μου κλαίω. Αυτό το μικρό εγώ που έμεινε παιδί. Που παίζει ακόμη στις αλάνες και γυρνάει σπίτι με ματωμένα γόνατα. Με σκισμένη μπάλα. Κλαίει στα σκαλοπάτια για ότι θα χάσει. Για ότι θα φύγει. Κλαίει προκαταβολικά. Αλλά όχι βολικά. Το βολικό του θέματος δεν με αφορούσε ποτέ. Δεν βολεύτηκα. Δεν έκατσα να απολαύσω τίποτα. Έτρεχα. Έπεφτα. Μεγάλωσα απότομα μένοντας παιδί. Ούτε καν αγόρι. Παιδί. Και ένα παιδί όταν το χάνεις που μπορείς να το ξαναβρείς; Μπορείς; Βρίσκεται; Ο χρόνος πάντα κυνηγός μου. Πάντα τον περίμενα. Πάντα ήταν εκεί. Αλλά σε διπλανό εκεί. Λάθος ‘στάση’, το ξανάπα άλλωστε. Πονάει για μένα. Δεν το ήθελα. Δεν ήθελα τίποτα να πονέσει από μένα. Για μένα. Ούτε εγώ όμως. Δεν μου αξίζει…
